H τηλεργασία μπαίνει στη ζωή μας, το πρώτο τρίμηνο του 2020, ως ένα υποχρεωτικό μέτρο για τον περιορισμό της εξάπλωσης της COVID-19. Σε εθνικό επίπεδο, το πλαίσιο που ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών θεσπίζεται από το Ν.4808/2021, έναν χρόνο μετά.

Αρχικά, και καθώς δεν υπήρχε καμία εξοικείωση, αντιμετωπίστηκε με αμφισβήτηση και πολλά ερωτήματα αναφορικά με την αναγκαιότητα, την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα, την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της προσωπικής ζωής, καθώς επίσης και την ικανοποίηση των εργαζομένων και των επιχειρήσεων.
Είναι όμως απλά ένα μέτρο; Τα μέχρι τώρα συμπεράσματα δείχνουν ότι η τηλεργασία ήρθε για να μείνει, ανεξαρτήτως πανδημίας και ειδικών καταστάσεων.
Η τηλεργασία είναι μία τάση που η εξέλιξη της τεχνολογίας έφερνε όλο και πιο κοντά, όμως η πανδημία και τα lockdown επέσπευσαν την εφαρμογή της κατά περίπου τρία έως πέντε έτη, ανάλογα με τον βαθμό τεχνολογικής ετοιμότητας των χωρών, των αγορών και των επαγγελμάτων.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων δεν σκοπεύει να επανέλθει στον «παραδοσιακό» τρόπο εργασίας και προγραμματίζει την καθιέρωση της εξ αποστάσεως εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο παρέχουν χώρους συναντήσεων στα στελέχη τους και παράλληλα απαιτούν από τους εργαζομένους τους να διασφαλίζουν ιδανικές συνθήκες εργασίας στο περιβάλλον της οικίας τους, καλύπτοντας μέρος αυτού του κόστους.
Εναλλακτικά, άλλες επιχειρήσεις τείνουν να εφαρμόσουν στο εξής μικτό μοντέλο εργασίας, απαιτώντας οι εργαζόμενοί τους να παρουσιάζονται στο χώρο εργασίας 2-3 φορές την εβδομάδα.
Οι οικονομικές συνέπειες της τηλεργασίας, όπου αυτή είναι διαδεδομένη, είναι ήδη εμφανείς και έχουν να κάνουν με τη μείωση των μετακινήσεων των εργαζομένων, τη μείωση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, την ευελιξία του ωραρίου εργασίας, κτλ.
Υπάρχει όμως ένας σκεπτικισμός σχετικά με την κοινωνική διάσταση των μελλοντικών συνεπειών της τηλεργασίας και ειδικότερα την «απομόνωση» των στελεχών, ενδεχομένως την καθυστέρηση ανέλιξης των γυναικών που επιλέγουν να τηλεργάζονται στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, την αδυναμία κοινωνικής συναναστροφής και κατά πόσο αυτό επηρεάζει την παραγωγικότητα των στελεχών, κ.ά.
Οι κοινωνικο – οικονομικές συνθήκες και επιπτώσεις της τηλεργασίας ήδη αποτελούν αντικείμενο μελέτης ακαδημαϊκών φορέων και θα συνεχίσουν να ερευνώνται τα επόμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή της τηλεργασίας είναι μία συνθήκη, στην οποία η πανδημία Covid-19 λειτούργησε ως επιταχυντής και φαίνεται ότι το πείραμα πετυχαίνει.
Εξετάζοντας την περίπτωση των εταιρειών συμβούλων μάνατζμεντ, παρατηρούμε ότι η αγορά έχει πολλά να διδαχθεί από το μοντέλο λειτουργίας τους.
Η εφαρμογή της τεχνολογίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εργασιακής κουλτούρας των επαγγελματιών του κλάδου. Εδώ και πολλά χρόνια, οι σύμβουλοι υλοποιούν έργα, για λογαριασμό των πελατών τους, δουλεύοντας σε ομάδες που αποτελούνται από άτομα από πολλές γεωγραφικές περιοχές, ακόμα και εκτός συνόρων. Η συνθήκη αυτή επιτυγχάνεται με την αποδοτική χρήση της τεχνολογίας.
Δεν είναι όμως μόνο η τεχνολογία. Οι σύμβουλοι διακρίνονται για την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα και την ανθεκτικότητά τους, χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να καλλιεργούνται σε κάθε εργασιακό περιβάλλον και αποτελούν σημαντική ασπίδα για την αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων όπως αυτή της COVID-19.

Της Κάθη Χριστίδου, Αντιπροέδρου ΔΣ ΣΕΣΜΑ