Το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΟΕΕ), ο θεσμοθετημένος σύμβουλος της Πολιτείας για τα θέματα της οικονομίας, συμβάλλει άμεσα και ουσιαστικά, με επιστημονικές προτάσεις και μελέτες, στην προσπάθεια ανασύνταξης της ελληνικής οικονομίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, το ΟΕΕ σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών και την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, διοργανώνει εκδηλώσεις σε όλη την Επικράτεια, με στόχο την ενημέρωση των επιχειρήσεων και των μελών του, με τις ευκαιρίες και προοπτικές που αναδύονται από την ορθή αξιοποίηση των πόρων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0».

Με τη δράση αυτή θέλουμε να δώσουμε τη δυνατότητα σε όλους τους επιχειρηματίες, σε κάθε μικρομεσαία επιχείρηση, να καταλάβουν τι είναι αυτό, που ορίζουμε ως Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, πόσο σημαντικά είναι τα κονδύλιά του και γιατί αφορούν ακόμα και στους μικρούς και μεσαίους. Μάλιστα, οι επιχειρηματίες της περιφέρειας έχουν έναν ακόμα λόγο να αξιοποιήσουν τα συγκεκριμένα κονδύλια, καθώς θα μπορέσουν να επωφεληθούν περισσότερο, αφού τα ποσοστά των ενισχύσεων σε πολλές περιπτώσεις είναι υψηλότερα. Άλλωστε, όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να δομήσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και ότι οι επενδύσεις θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην ανασύνταξη της ελληνικής οικονομίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, δημιούργησε το μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, με στόχο τη διάθεση 723,8 δισ. ευρώ, ένα μέρος σε δάνεια (385,8 δισ. ευρώ) και ένα άλλο σε επιχορηγήσεις (338 δισ. ευρώ). Ρόλος του μηχανισμού είναι η στήριξη των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη, θέλοντας να μετριαστούν τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας Ελλάδα 2.0, συγκεντρώνει 31,16 δισ. ευρώ (18,43 δισ. ευρώ ενισχύσεις και 12,73 δισ. ευρώ δάνεια), για να κινητοποιήσει 60 δισ. ευρώ συνολικές επενδύσεις στη χώρα, στα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Ειδικότερα, τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, θα ωθήσουν στην ανασύνταξη των επιχειρήσεων με στόχο το μετασχηματισμό τους και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, πιο εξωστρεφών, παραγωγικών και ανταγωνιστικών.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως με τα χαμηλότοκα δανειοδοτικά προγράμματα, θα μπορέσουν να υλοποιήσουν επενδυτικά έργα, μεγάλης προστιθέμενης αξίας και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Όμως, οι δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν βασικό επενδυτικό εργαλείο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να το συνδυάσουν και με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το ΕΣΠΑ ή τον Αναπτυξιακό νόμο, με πολλαπλασιαστικά οφέλη. Ειδικότερα, αν αναλογιστούμε ότι η πρόσβασή τους σε τραπεζικά προϊόντα ήταν περιορισμένη, εξαιτίας κυρίως των μη βιώσιμων οικονομικών τους (τραπεζικό προφίλ), αλλά και των πολύ υψηλών όρων δανειοδότησης.

Οι ΜμΕ επιχειρήσεις θα μπορέσουν:

  1. να επιδοτηθούν με επιχορηγήσεις,
  2. να αντλήσουν «φθηνή» χρηματοδότηση μέσω των δανείων και
  3. να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας μέσω των κινήτρων για συμπράξεις και συγχωνεύσεις.

Ήδη υπάρχουν τέτοια προγράμματα, όπως αυτό που έχει αναλάβει να υλοποιήσει το ΟΕΕ σε συνεργασία με το ΤΕΕ και τη ΓΓΒ του Υπουργείου Ανάπτυξης, την «Έξυπνη Μεταποίηση», που αφορά στις πολύ μικρές, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου της βιομηχανίας και στοχεύει στην αυτοματοποίηση των γραμμών παραγωγής, στο ψηφιακό εκσυγχρονισμό τους και στη βελτίωση της ανθεκτικότητάς τους. Ακολουθούν και άλλα τέτοια προγράμματα σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, που έχουν ως απώτερο σκοπό να κάνουν τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιο ευέλικτες, ανταγωνιστικές και παραγωγικές.

Θα ήθελα να εστιάσω στα δάνεια.
Απευθύνεται προς όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους και νομικής μορφής, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να λάβουν για την επένδυσή τους έως το 50% του κόστους από πόρους του ΤΑΑ, με σταθερό επιτόκιο που σήμερα είναι 0,35% για τις ΜμΕ, όπως ορίζεται σε πρόσφατη Υπουργική Απόφαση. Εδώ είναι σημαντικό να τονιστεί, τόσο η επίσπευση κατάθεσης των επενδυτικών σχεδίων, αφού τα δάνεια έχουν πεπερασμένη διάρκεια διάθεσης έως το 2026, όσο κυρίως η χαμηλότοκη δανειοδότηση (από 0,35%), μέσα σε ένα κλίμα συνεχώς αυξανόμενου κόστους χρηματοδότησης, με επαναλαμβανόμενες αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ, για την αναχαίτιση των πληθωριστικών πιέσεων.

Αναμφίβολα, οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού, εξαιτίας τόσο των ενεργειακών ανατιμήσεων από τον πόλεμο στην Ουκρανία, όσο και των επιπτώσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα από τους περιορισμούς της CoviD-19, έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κλίμα αβεβαιότητας, οδηγώντας τις οικονομίες σε ανισορροπία και επιβράδυνση.

Βέβαια, η ελληνική οικονομία, παρά τις αντίξοες συνθήκες, έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, ως αποτέλεσμα στοχευμένων, έγκυρων και αποτελεσματικών πολιτικών, προστατεύοντας τα νοικοκυριά, τις θέσεις εργασίας και τις επιχειρήσεις.

Η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 6% το 2022, ενώ και την επόμενη χρονιά, παρά τις διαταραχές, θα διατηρήσει τις αναπτυξιακές της προοπτικές, με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές να καταγράφουν πρωτόγνωρες επιδόσεις.

Εν κατακλείδι, η Ελλάδα, οφείλει να καλύψει το επενδυτικό κενό των προηγούμενων ετών, που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αυτό δύναται να επιτευχθεί μέσω της υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, της προσέλκυσης νέων επενδύσεων αλλά κυρίως την έγκυρη και έγκαιρη απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η πολιτική βούληση και οι προϋποθέσεις υπάρχουν, ώστε η χώρα μας να καλύψει το χαμένο έδαφος και να αλλάξει ριζικά το παραγωγικό της μοντέλο.