Με ανάμικτα συναισθήματα για την πορεία της οικονομίας μπήκε η άνοιξη, αφού από τη μια η κάτω του στόχου ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2023 και από την άλλη η επιβεβαίωση της επενδυτικής βαθμίδας από την DBRS επιβεβαιώνουν τη ρευστότητα της συνολικής εικόνας και δεν αφήνουν περιθώριο για εφησυχασμούς στο οικονομικό επιτελείο.

Χαμηλότερη του αναμενόμενου ήταν τελικά η ανάπτυξη στο δ’ τρίμηνο του 2023, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ. Η εξέλιξη αυτή επηρέασε το σύνολο του ΑΕΠ και το τελικό ποσοστό μεταβολής του για το σύνολο της χρονιάς, το οποίο διαμορφώθηκε στο 2% έναντι στόχου 2,4%. Πιο συγκεκριμένα, στο σύνολο του 2023, το ΑΕΠ της χώρας ανήλθε στα 194,5 δισ. ευρώ έναντι 190,7 δισ. ευρώ το 2022, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 2%. Το δ΄ τρίμηνο του 2023, το ΑΕΠ παρουσίασε αύξηση κατά 0,2%, σε σχέση με το γ’ τρίμηνο 2023, ενώ σε σύγκριση με το δ’ τρίμηνο 2022 αυξήθηκε κατά 1,2%. Να σημειωθεί εδώ ότι η δεύτερη εκτίμηση του ΑΕΠ για το 2023 από την ΕΛΣΤΑΤ είναι προγραμματισμένη για τις 17 Οκτωβρίου 2024, οπότε εκεί θα υπάρχει και η τελική εικόνα. Ήδη ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες του FinancePro, στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπάρχει προβληματισμός με την παραπάνω εξέλιξη και το ενδεχόμενο αναθεώρησης του στόχου ανάπτυξης για το 2024 είναι υπαρκτό.

Ιανουάριος 2024: Πλεόνασμα 1.093 εκατ. ευρώ έναντι στόχου για έλλειμμα 82 εκατ. ευρώ
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου και την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, για την περίοδο Ιανουαρίου 2024, παρουσιάζεται πλεόνασμα στο ισοζύγιό του, ύψους 1.093 εκατ. ευρώ έναντι στόχου για έλλειμμα 82 εκατ. ευρώ, που έχει περιληφθεί για το αντίστοιχο διάστημα του 2024 στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2024 και πλεονάσματος 1.480 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2023. Το πρωτογενές αποτέλεσμα σε τροποποιημένη ταμειακή βάση διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα ύψους 2.282 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 1.118 εκατ. ευρώ και πρωτογενούς πλεονάσματος 2.773 εκατ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2023. Σε επιμέρους στοιχεία, τον Ιανουάριο του 2024, το ύψος των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 6.717 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 993 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου που έχει περιληφθεί για το αντίστοιχο διάστημα στην έκθεση. Η αύξηση οφείλεται κυρίως στα αυξημένα φορολογικά έσοδα κατά 307 εκατ. ευρώ μετά την αφαίρεση των επιστροφών, στα αυξημένα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) κατά 390 εκατ. ευρώ και στην είσπραξη ποσού 159 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που είχε προβλεφθεί ότι θα εισπραχθεί τον Μάρτιο του 2024. Τα συνολικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 7.218 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 1.055 εκατ. ευρώ ή 17,1% έναντι του στόχου. Τέλος, τα έσοδα του ΠΔΕ ανήλθαν σε 1.104 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 390 εκατ. ευρώ από τον στόχο (714 εκατ. ευρώ).

Επανέρχονται οι προβληματισμοί
Η κατώτερη του στόχου αύξηση του ΑΕΠ της χώρας το 2023 έφερε στην επιφάνεια τους προβληματισμούς για τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσει η οικονομία τα προσεχή χρόνια. Ιδιαίτερα κατατοπιστική για τις προκλήσεις αυτές είναι η σχετική έκθεση της Eurobank, η οποία τονίζει πως τόσο το ΑΕΠ, όσο και οι μισθοί, υπολείπονται της προ κρίσης εποχής, κάτι που συνεπάγεται ότι θα πρέπει να διανυθεί ακόμη αρκετή απόσταση, προκειμένου να επανέλθει η οικονομική κανονικότητα. Παράλληλα, τόσο η κατανάλωση των νοικοκυριών όσο και η αγοραστική δύναμη που παράγεται από τα εισοδήματα παραμένουν σε χαμηλότερο επίπεδο, κάτι που αποδίδεται σε ένα βαθμό και στην εκτεταμένη ακρίβεια που επικρατεί σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Η μελέτη της Eurobank απέδειξε ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα αγγίξει το προ του 2009 εθνικό προϊόν μετά από πολλά χρόνια. Σύμφωνα με σχετική έρευνα έπειτα από επεξεργασία των εκτιμήσεων του ΔΝΤ και της ΕΛΣΤΑΤ, προκύπτει ότι το επίπεδο του ελληνικού ΑΕΠ 2023-24, παρά την ονομαστική αύξησή του αρκετά πάνω από τα 200 δισ. ευρώ (στα 240 δισ. ευρώ και πλέον κατά κυβερνητική πρόβλεψη για το 2024), το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα την τρέχουσα χρονιά θα υπολείπεται κατά 15,6% σε σχέση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα (2007). Απαισιόδοξες είναι και οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για το ελληνικό ΑΕΠ, το οποίο σε σταθερές τιμές θα φθάσει στα επίπεδα του 2007 το 2037, δηλαδή μετά από 13 χρόνια, βάσει των προβλεπόμενων από το Ταμείο ρυθμών ανάπτυξης.

Εurobank: Απαιτείται ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης 2,2% την επόμενη 10ετία
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι σαφώς το ζήτημα της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, που προκύπτει από τους μισθούς και βρίσκεται σε άμεση σχέση και με τον πληθωρισμό. Σύμφωνα με τη μελέτη της Eurobank, το 2000 η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στην Ελλάδα βρισκόταν στο 70% περίπου του αντίστοιχου της Ευρωζώνης και το 2006 είχε ανέλθει στο 87,2%. Το 2009, έτος κατά το οποίο άρχισε να εκδηλώνεται η κρίση χρέους, βρισκόταν στο 86,4%, προτού μειωθεί απότομα τα χρόνια που ακολούθησαν. Έκτοτε, και ειδικότερα από το 2018 και έπειτα, βρίσκεται σε ήπια υποχώρηση (με εξαίρεση το 2020 κατά το οποίο σημείωσε οριακή άνοδο), ενώ αποκλίνει και από τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου με χαρακτηριστικά συγκρίσιμα με αυτά της Ελλάδας. Το 2022, αντιπροσώπευε το 56,9% του μέσου μισθού στην Ευρωζώνη και ήταν η χαμηλότερη στο μπλοκ. Σύμφωνα πάντα με τη Eurobank, oι μισθοί στην Ελλάδα είναι σήμερα κατά 23,9% χαμηλότεροι σε σχέση με το ιστορικό υψηλό που είχε καταγραφεί το 2009, πριν φανούν οι επιπτώσεις της κρίσης χρέους. Όπως εκτιμά η τράπεζα, για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε δέκα χρόνια από σήμερα στα προ κρίσης χρέους επίπεδα πραγματικού ΑΕΠ, θα πρέπει να μεγεθύνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,2%. Αυτό προϋποθέτει τη διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας, μέσω συσσώρευσης φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου και μέσω βελτίωσης της συνολικής παραγωγικότητας. «Δηλαδή, θα πρέπει να αντιστραφούν οι υπάρχουσες τάσεις της μείωσης του φυσικού κεφαλαίου, της καθαρής εκροής ανθρώπινου κεφαλαίου και της χαμηλής παραγωγικότητας», καταλήγει η ανάλυση της Eurobank.

DBRS: Νέα επιβεβαίωση της επενδυτικής βαθμίδας
Θετικά ήταν τα νέα ωστόσο από το μέτωπο των αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, με τον «χορό» του 2024 να ανοίγει η DBRS, εκ των τεσσάρων διεθνών οίκων που αναγνωρίζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η DBRS Morningstar επιβεβαίωσε τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις ξένου και τοπικού νομίσματος της χώρας μας στο BBB (χαμηλό) με stable outlook. Όπως αναφέρει ο διεθνής οίκος, η σταθερή τάση αντανακλά την άποψη της DBRS ότι οι κίνδυνοι για τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας είναι ισορροπημένοι. «Οι υγιείς οικονομικές επιδόσεις μαζί με την αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων θα βοηθήσουν τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ να παραμείνει σε απότομη πτωτική τροχιά στο μέλλον» αναφέρεται χαρακτηριστικά. Ο οίκος εκτιμά δε, ότι η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έχει αποκτήσει ισχυρή δυναμική, η οποία, μαζί με υψηλότερες επενδύσεις που υποστηρίζονται από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναμένεται να αυξήσει το δυναμικό του ΑΕΠ. Όσον αφορά στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας, η DBRS αναφέρει ότι ο λόγος του προς το ΑΕΠ παραμένει ο υψηλότερος στη ζώνη του ευρώ, αλλά η ευνοϊκή δομή και η προληπτική διαχείριση του χρέους μετριάζουν τους κινδύνους. Ο δείκτης του αναμένεται να συνεχίσει να μειώνεται, επωφελούμενος από την αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, τα μέτρια επιτόκια και την υψηλή ονομαστική ανάπτυξη. «Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της Ελλάδας κορυφώθηκε στο 206,3% του ΑΕΠ το 2020 πριν υποχωρήσει σε περίπου 160,3% το 2023. Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2024, η κυβέρνηση προέβλεψε ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους θα συνεχίσει την πτωτική του τάση, πέφτοντας στο 153% του ΑΕΠ το 2024 και αυτό θα σήμαινε πτώση 54 ποσοστιαίων μονάδων σε τέσσερα χρόνια» αναφέρει η ανάλυση του οίκου.

Δείκτης Οικονομικού Κλίματος Φεβρουαρίου: Σε χαμηλό 14 μηνών
Ένα ακόμα σημείο προβληματισμού αποτελούν τα συμπεράσματα της έκθεσης του ΙΟΒΕ για τον Δείκτη Οικονομικού Κλίματος Φεβρουαρίου, ο οποίος διαμορφώθηκε σε χαμηλό 14 μηνών, στις 104,8 μονάδες, από 107,2 μονάδες τον Ιανουάριο. Στους επιμέρους επιχειρηματικούς δείκτες καταγράφεται ισχυρή εξασθένιση των προσδοκιών στις Κατασκευές, αποκλειστικά λόγω των Ιδιωτικών έργων, ενώ στους υπόλοιπους τομείς σημειώνεται οριακή έως μικρή βελτίωση. Παράλληλα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχωρεί οριακά και μειώνεται στο επίπεδο του Φεβρουαρίου του προηγούμενου έτους. Αιτιολογώντας τα παραπάνω, η μελέτη του ΙΟΒΕ επικαλείται τις έντονες αβεβαιότητες στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον «που επηρεάζουν επιμέρους κλάδους της ελληνικής οικονομίας με διάφορους τρόπους, μέσω της ζήτησης όπως και του κόστους χρηματοδότησης, ενέργειας και πρώτων υλών». Όπως αναφέρει, αυτές πιέζουν τις παραγγελίες από το εξωτερικό και τις αναμενόμενες πωλήσεις για ορισμένους από τους εξωστρεφείς κλάδους και καθιστούν τις προσδοκίες σχετικά ευμετάβλητες. Γενικά, πάντως, στον επιχειρηματικό τομέα κατά το τελευταίο διάστημα υπάρχει τάση συγκρατημένης αισιοδοξίας. «Στα νοικοκυριά όμως, παρά τη μικρή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η πίεση στα πραγματικά εισοδήματα από το υψηλό επίπεδο τιμών παραμένει. Οι προσδοκίες τους φαίνεται να είναι λιγότερο θετικές σε σχέση με τις αντίστοιχες επιχειρηματικές, αν και η σταδιακή μείωση της ανεργίας επιτρέπει σε μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας να έχουν νέα εισοδήματα που αντισταθμίζουν τις απώλειες της αγοραστικής δύναμης λόγω πληθωρισμού. Συνολικά, η εξέλιξη του οικονομικού κλίματος θα εξαρτηθεί από τις επιδόσεις της οικονομίας βραχυχρόνια, αλλά κυρίως από το εάν δημιουργούνται συνθήκες σταθερής αναπτυξιακής πορείας της μεσοπρόθεσμα».

Εστιάζοντας στους επιμέρους τομείς, η έκθεση του ΙΟΒΕ αναφέρει τα εξής:

  • Στη Βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα κλιμακώθηκαν, ενώ οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες βελτιώθηκαν σημαντικά.
  • Στις Κατασκευές, οι θετικές προβλέψεις για πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων στράφηκαν αρνητικές, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση περιορίστηκαν ήπια.
  • Στο Λιανικό Εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις υποχωρούν οριακά, με το ύψος των αποθεμάτων να κλιμακώνεται ελαφρά, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων ενισχύονται σημαντικά.
  • Στις Υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων ενισχύθηκαν αισθητά, όπως και εκείνες για τη ζήτηση, ενώ αντίστοιχα κινούνται οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης, οι οποίες βελτιώνονται σημαντικά.
  • Στην Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας περιορίστηκαν οριακά, ενώ οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση ενισχύθηκαν ήπια. Παράλληλα, εξασθένισαν έντονα οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και υποχώρησε η πρόθεση για αποταμίευση.

Νομοσχέδιο ενσωμάτωσης ευρωπαϊκής
Οδηγίας ελάχιστου φορολογικού συντελεστή για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις
Στις σημαντικές εξελίξεις των προηγούμενων ημερών ήταν και η κατάθεση στη Βουλή του νομοσχεδίου για συμπληρωματικό φόρο έως 15% σε πολυεθνικές επιχειρήσεις και μεγάλους ομίλους. Ουσιαστικά, το νομοσχέδιο αυτό αφορά στην ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2523/ΕΕ (Pillar II) και προβλέπει τη θέσπιση ενός ελάχιστου φορολογικού συντελεστή για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τους ημεδαπούς ομίλους μεγάλης κλίμακας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε συμπληρωματικό φόρο έως 15%. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει, επίσης, διατάξεις που δίνουν τη δυνατότητα στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να αναστέλλει για έως 12 μήνες την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο πολιτών που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές, καθώς και διατάξεις για φορολογικά και τελωνειακά ζητήματα και για το καθεστώς λειτουργίας της Εταιρείας Ακινήτων του Δημοσίου.

Ειδικότερα, με την ενσωμάτωση της Οδηγίας, που εφαρμόζεται υποχρεωτικά από 1/1/2024 από τα κράτη-μέλη, η Ελλάδα εναρμονίζεται με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και τη σχετική πρωτοβουλία του ΟΟΣΑ που έχει υιοθετηθεί από 132 χώρες. Το Υπουργείο εκτιμά ότι πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα στην αντιμετώπιση της φοροαποφυγής και του «ανταγωνισμού προς τα κάτω», δηλαδή της εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα από πολυεθνικούς ομίλους, της διαφορετικής φορολόγησης από κράτος σε κράτος, προκειμένου να πληρώνουν λιγότερους φόρους.

Τι αλλαγές φέρνει το νομοσχέδιο
Με το νέο σύστημα εφαρμόζεται ένα παγκόσμιο ελάχιστο επίπεδο φορολογίας με πραγματικό φορολογικό συντελεστή 15% για πολυεθνικούς ομίλους επιχειρήσεων και ημεδαπούς ομίλους μεγάλης κλίμακας με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 750 εκατ. ευρώ για τουλάχιστον 2 από τα 4 τελευταία χρόνια πριν το 2024. Το σύστημα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον συμπληρωματικό φόρο έως 15% επί των κερδών, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές κατέβαλαν σε φόρους ποσοστό μικρότερο αυτού. Σημειώνεται ότι, με στοιχεία του 2022, στην Ελλάδα υπάρχουν 19 ελληνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι και 900-950 θυγατρικές ξένων ομίλων που εντάσσονται στις παραπάνω κατηγορίες. Εκτιμάται ότι τα επιπλέον φορολογικά έσοδα που θα συγκεντρωθούν θα ανέρχονται σε έως 80 εκατ. ευρώ.

Διευκρινίζεται ότι ο φορολογικός συντελεστής για τις εταιρείες παραμένει 22% και θα συνεχίσει να επηρεάζεται από μια σειρά άλλων παραμέτρων (φορολογικά κίνητρα, μεταφορές ζημιών κ.λπ.), που οδηγούν στην αυξομείωσή του.

Τράπεζα Πειραιώς: Το τραπεζικό σύστημα σε νέα σελίδα
Μια ακόμα εξέλιξη των προηγούμενων ημερών, με ιδιαίτερα θετικές προεκτάσεις για την εθνική οικονομία και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ήταν η ολοκλήρωση της διάθεσης των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς και η διάθεση του 27% των μετοχών της σε ξένους και έλληνες επενδυτές. Σχολιάζοντας την εξέλιξη αυτή, με την οποία το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αποσύρθηκε εξ ολοκλήρου από το μετοχικό κεφάλαιο της Πειραιώς, ο Κωστής Χατζηδάκης τόνισε ότι το τραπεζικό σύστημα αλλάζει σελίδα, «περνώντας από την εποχή της κρίσης και των ανακεφαλαιοποιήσεων, στην εποχή που υψηλής ποιότητας επενδυτές εκφράζουν, όπως φάνηκε τους τελευταίους μήνες, το ενδιαφέρον τους για όλες τις συστημικές ελληνικές τράπεζες». Όπως είπε για την Τράπεζα Πειραιώς, δεν είναι μόνο ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον που εκφράστηκε ήταν 8 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με την προσφορά, αλλά και οι τιμές που προσφέρθηκαν. Η επιτυχία της δημόσιας προσφοράς των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς υπερέβη κατά πολύ τις προσδοκίες, με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να συγκεντρώνει προσφορές περίπου 11 δισ. ευρώ. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος είναι ότι η τιμή διάθεσης των μετοχών διαμορφώθηκε στο ανώτατο όριο του εύρους τιμών, δηλαδή τα 4 ευρώ. «Δουλειά της κυβέρνησης σε αυτή τη νέα εποχή για το τραπεζικό μας σύστημα είναι δύο πράγματα: Να εξασφαλίζει συνθήκες που να επιτρέπουν τη λειτουργία ενός ρωμαλέου τραπεζικού συστήματος. Και να υιοθετεί κάθε πρωτοβουλία που διασφαλίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών όπως γίνεται στις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Και αυτό θα κάνουμε. Διότι ισχυρές τράπεζες που θα λειτουργούν ανταγωνιστικά, προσφέροντας περισσότερα προϊόντα και επιλογές στους πελάτες τους, είναι όφελος για τα νοικοκυριά. Όφελος για τις επιχειρήσεις. Όφελος για την εθνική οικονομία» κατέληξε ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Κωστής Χατζηδάκης: 5 σημεία βελτίωσης του διαλόγου για τον κρατικό προϋπολογισμό
Στις πρόσφατες «παραπολιτικές» εξελίξεις της οικονομίας θα πρέπει να εντάξουμε και τα όσα είπε ο Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας σε εκδήλωση για την παρουσίαση του «Προϋπολογισμού των Πολιτών», που διοργάνωσαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιστημονική Ομάδα «Διαφάνεια του Προϋπολογισμού» και το Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών. Εκεί, ο Υπουργός αναφέρθηκε σε πέντε βασικά σημεία που πρέπει να βελτιωθούν, προκειμένου η δημόσια συζήτηση των πολιτικών φορέων για τον κρατικό προϋπολογισμό να είναι πιο ουσιαστική. Τα σημεία αυτά είναι τα εξής:

  1. Η αναβάθμιση της ενημέρωσης των πολιτών. «Ένα τμήμα της κοινωνίας, όταν ακούει ότι κάποιος υπόσχεται να αυξήσει τις συντάξεις, θεωρεί ότι θα φέρει τα λεφτά από το σπίτι του και θα πλουτίσουμε όλοι μαζί. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια, υπάρχει και ένα σχετικό πρόγραμμα στο Ταμείο Ανάκαμψης για την οικονομική ενημέρωση, αλλά δεν θα είναι εύκολο ούτε θα υπάρξουν αποτελέσματα από τη μια μέρα στην άλλη. Και πρέπει να υπογραμμιστεί ο παιδευτικός ρόλος των κομμάτων, γιατί στην πολιτική δεν είσαι μόνο για να ακούς, αλλά και για να λες την άποψή σου και να ωθείς την κοινωνία προς μια κατεύθυνση», επισήμανε.
  2. Η κατανόηση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας. «Υπάρχει το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που περιλαμβάνει δεσμεύσεις για όλες τις χώρες της ΕΕ. Φέτος για παράδειγμα ο στόχος – αρέσει δεν αρέσει – είναι να υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ. Δεν μπορεί να γίνεται συζήτηση για αποτελέσματα πέραν των στόχων», ανέφερε ο Κ. Χατζηδάκης.
  3. Ο τρόπος που γίνεται η συζήτηση για τον προϋπολογισμό στη Βουλή. «Μπορεί να ακουστεί οτιδήποτε, π.χ. από την αντίδραση των ΜΑΤ σε μια διαδήλωση μέχρι το ασανσέρ για την Ακρόπολη. Πέραν αυτού, στη συζήτηση για τη δημοσιονομική πολιτική η μοναδική κριτική που ακούγεται είναι ότι “δίνουμε λίγα”.»
  4. H ανάπτυξη πλαισίου ελέγχου της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, στο πρότυπο του ελέγχου που γίνεται από το Ευρωκοινοβούλιο στην Κομισιόν για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
  5. H έλλειψη συζήτησης για τον προϋπολογισμό επιδόσεων. «Ο προϋπολογισμός επιδόσεων δεν έχει μόνο δαπάνες και στόχους, αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Αν εξαιρέσω μια συνάδελφο από την αντιπολίτευση που αναφέρθηκε στη Βουλή σε αυτόν, ουδείς άλλος το σχολίασε», κατέληξε ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.