Οι επιδόσεις των εταιρειών ως προς τους μη χρηματοοικονομικούς δείκτες βιωσιμότητας λαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερη προσοχή από τα ενδιαφερόμενα μέρη (stakeholders) τους. H αυξημένη ρυθμιστική προσοχή, αλλά και η αυξημένη κοινωνική ευαισθητοποίηση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τοποθετούν τη βιωσιμότητα ολοένα υψηλότερα στην ατζέντα των σύγχρονων εταιρειών. Ωστόσο, η διαχείριση των κινδύνων ESG και η επίτευξη των στόχων εταιρικής βιωσιμότητας απαιτούν σημαντικές επενδύσεις από την πλευρά των εταιρειών. Βασικό ερώτημα που ανακύπτει στις συνεδριάσεις ΔΣ είναι εάν οι εν λόγω απαιτούμενες επενδύσεις έχουν οικονομικό νόημα.

Η ερμηνεία της σχέσης μεταξύ των επιδόσεων ESG και των χρηματοοικονομικών επιδόσεων των εταιρειών έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς έρευνας για τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα. Τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών είναι αντιφατικά και διαφέρουν ανάλογα με το ερμηνευτικό μοντέλο, καθώς και το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του δείγματος που επιλέγεται, όπως ενδεικτικά ο κλάδος, το μέγεθος των εταιρειών και το επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας, εντός της οποίας δραστηριοποιούνται.

Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Εφαρμοσμένη Διαχείριση Κινδύνων» και του Κέντρου Μελετών και Εκπαίδευσης Χρηματοοικονομικής του ΕΚΠΑ, οι συντάκτες του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας δείγμα 15 εισηγμένων εταιρειών του ΧΑΑ, για τις οποίες ήταν διαθέσιμα τα ESG scores στη βάση δεδομένων Refinitiv για την τελευταία δεκαετία, επιχειρούν να απαντήσουν κατά πόσο οι επιδόσεις ESG, τόσο σε συνολικό επίπεδο (ESG score), όσο και στο επίπεδο των επιμέρους πυλώνων (Environment, Social & Governance Scores), έχουν θετική και στατιστικά σημαντική επίδραση στην αξία (Tobin’s q) και την κερδοφορία μιας εταιρείας (Return on assets – ROA). Διενεργώντας ανάλυση panel data με μοντέλα σταθερών και τυχαίων επιδράσεων, διαπιστώθηκε ότι υψηλές επιδόσεις ESG έχουν θετικό αντίκτυπο στην αξία των ελληνικών εισηγμένων, αλλά αρνητικό αντίκτυπο στην κερδοφορία τους, με τους σχετικούς συντελεστές ωστόσο να λαμβάνουν αρκετά χαμηλές απόλυτες τιμές. Όμοιες σχέσεις παρατηρούνται και για τους επιμέρους πυλώνες ESG, με αρκετό ενδιαφέρον να παρουσιάζει το γεγονός ότι ο πυλώνας της Εταιρικής Διακυβέρνησης παρουσιάζει θετική αλλά μη στατιστικά σημαντική σχέση με την αξία των εταιρειών, ενδεχομένως επειδή τα ελληνικά πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης ενσωματώνουν, εδώ και αρκετά έτη, καλές πρακτικές και υψηλές απαιτήσεις διαφάνειας, η επίδραση των οποίων έχει ήδη αποτιμηθεί και ενσωματωθεί στην αξία των εταιρειών.

Από τα αποτελέσματα της ανάλυσης συμπεραίνουμε ότι οι μέτοχοι και οι επενδυτές επιθυμούν να επενδύουν σε εταιρείες που εφαρμόζουν επιτυχώς βιώσιμες πρακτικές, και αυτό αντικατοπτρίζεται στην αποτίμησή τους. Το αντίθετο όμως ισχύει στην περίπτωση της κερδοφορίας, η οποία επηρεάζεται αρνητικά από τις υψηλές επιδόσεις ESG, καθώς για τη διαχείριση των κινδύνων ESG απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις και ανάληψη λειτουργικού κόστους. Εάν ωστόσο εξετάσουμε τα παραπάνω αποτελέσματα υπό το πρίσμα ότι ο δείκτης κερδοφορίας ROA αποτελεί βραχυχρόνιο δείκτη, ενώ ο δείκτης αποτίμησης της εταιρείας Τobin’s q αποτελεί μακροχρόνιο δείκτη, τότε κατανοούμε ότι η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων ΕSG και ανάληψη πρωτοβουλιών βιώσιμης ανάπτυξης από τις εταιρείες έχει θετική επίδραση στη μακροχρόνια χρηματοοικονομική επίδοσή τους.

Αξίζει ωστόσο να αναφερθεί ότι ορισμένες πρωτοβουλίες και επενδύσεις ESG απαιτούν σειρά ετών για να ωριμάσουν, να εφαρμοστούν και να αντικατοπτριστούν στα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών που τις έχουν αναλάβει. Επομένως, το παρόν θέμα χρήζει συνεχούς παρακολούθησης και έρευνας, καθώς ολοένα και περισσότερες εταιρείες θα δημοσιεύουν τις επιδόσεις βιωσιμότητάς τους, παρέχοντας περισσότερα δεδομένα ανάλυσης.