Είναι κοινός τόπος ότι η «πολυκρίση», όπως εύστοχα την αποκάλεσε ο Adam Tooze, που γέννησε η πανδημία του COVID-19, έχει ενεργοποιήσει μια σειρά από κρίσεις που επηρεάζουν τις επιδόσεις της διεθνούς οικονομίας. Η γεωπολιτική κρίση, η ενεργειακή κρίση και η παρ’ ολίγον τραπεζική κρίση με την χρεοκοπία της Silicon Valley Bank επηρεάζουν τις επιδόσεις της διεθνούς οικονομίας, δημιουργώντας σκεπτικισμό στους διεθνείς οργανισμούς.

Οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και η γεωπολιτική αστάθεια διαρρηγνύουν την επενδυτική εμπιστοσύνη, οδηγώντας σε «θρυμματισμό» των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (FDI) και επηρεάζοντας τους ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι, σύμφωνα με το IMF, θα είναι οι χαμηλότεροι της τελευταίας 20ετίας.

Παράλληλα, η συσταλτική νομισματική πολιτική των υψηλών επιτοκίων, ο πληθωρισμός και η αύξηση της τιμής του πετρελαίου (μετά τη μείωση της παραγωγής πετρελαίου κατά 700.000 βαρέλια από τον ΟΠΕΚ) συνθέτουν μια εικόνα ευθραυστότητας της διεθνούς οικονομίας.

Αναπόδραστα, οι επιπτώσεις της «πολυκρίσης» αναμένεται να επηρεάσουν τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας για το 2023. Για το 2022, η ελληνική οικονομία πέτυχε μεγέθυνση περί το 6%, η οποία είναι υψηλότερη από τον μέσο ρυθμό μεγέθυνσης της Ευρωζώνης (3,5%). Μάλιστα, η μεγέθυνση αυτή συνοδεύτηκε από βελτίωση των δεικτών της απασχόλησης, αλλά με καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις (λόγω και του πληθωρισμού) συγκριτικά με αυτές που προέβλεπε ο προϋπολογισμός

Επιπλέον, ο σημαντικός ρυθμός μεγέθυνσης, σε συνέργεια με τον πληθωρισμό, αναμένεται να συμβάλουν στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Προφανώς, η περιοριστική νομισματική πολιτική αναμένεται να αποκόψει τη δυναμική του πληθωρισμού (4,6% για τον Μάρτιο του 2023), περιορίζοντας όμως ταυτόχρονα τη δυναμική της οικονομικής μεγέθυνσης σε ένα έτος που είναι το τελευταίο της ρήτρας διαφυγής από τις επιταγές του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Η επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας αναμένεται να έχει σειρά αρνητικών επιπτώσεων, τόσο για τα νοικοκυριά (ειδικά για τα περισσότερο ευάλωτα), όσο και για τις επιχειρήσεις (ειδικά για τις μικρότερες). Άλλωστε, η σημαντική άνοδος των επιτοκίων αναμένεται να επηρεάσει με αρνητικό τρόπο το ιδιωτικό χρέος, γεννώντας μια νέα γενιά νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs). Παρότι το ποσοστό των NPLs έχει συρρικνωθεί, το αυξημένο κόστος δανεισμού ενδέχεται να δυσχεράνει ακόμα περισσότερο την εξυπηρέτηση του υπάρχοντος δανεισμού. Στο σύνθετο αυτό πλαίσιο, η ελληνική οικονομία, εν μέσω πολλαπλού (;) εκλογικού κύκλου, αναμένεται να αναζητήσει τρόπους βελτίωσης της ανθεκτικότητάς της.

Αναμφίβολα, σημαντικός παράγοντας της ανθεκτικότητας αυτής είναι ο τουρισμός.

Οι επιδόσεις του τουρισμού το 2022 ήταν εξαιρετικά ισχυρές, προσεγγίζοντας τις αντίστοιχες του 2019. Για το 2022, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις εμφάνισαν αύξηση της τάξης του 67,9% σε σχέση με το 2021, με την εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση να αυξάνεται κατά 89,3%.

Στο πλαίσιο αυτής της μεγέθυνσης, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί το 2023, είναι απαραίτητη η διαμόρφωση κλαδικών παρεμβάσεων με στόχο την ενίσχυση των διακλαδικών διασυνδέσεων με άξονα τον τουρισμό.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας της ΕΣΕΕ, περισσότερο από το 54% της τουριστικής δαπάνης κατευθύνεται στη διαμονή και στις μεταφορές, με αποτέλεσμα οι δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες να απορροφούν χαμηλότερο ποσοστό. Στο πλαίσιο αυτό, η διασύνδεση του τουρισμού με τους κλάδους του εμπορίου, της δημιουργικής βιομηχανίας (creative industry) και της αγροδιατροφής είναι απαραίτητη και θα πρέπει να μετατραπεί σε παρεμβάσεις, οι οποίες μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τους ευρωπαϊκούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και της νέας προγραμματικής περιόδου ΕΣΠΑ 2021-2027.

Ειδικότερα, η επένδυση στον τουρισμό αγορών (shopping-tourism) μπορεί να δημιουργήσει πλούτο, να τον διανείμει ισότιμα, αλλά και να έχει θετικό αποτύπωμα σε κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο.