Ο τουρισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας με σημαντική συμβολή στο ΑΕΠ της χώρας. Η ανοδική πορεία της φιλοξενίας συνεχίστηκε και το 2023, το οποίο ήταν έτος σταθμός, καθώς τα έσοδα ανήλθαν σε 20 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας κατά πολύ τα 18,2 δισ. του 2019 που ήταν η τελευταία χρονιά πριν την πανδημία.

Το 2023 τόσο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, όσο και οι ταξιδιωτικές αφίξεις κατέγραψαν ιστορικά υψηλές επιδόσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Τράπεζα της Ελλάδας, οι τουριστικές εισπράξεις στο σύνολο του 2023 διαμορφώθηκαν στα 20,459.5 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 15,7% σε σχέση με το 2022 (17,7 δισ. ευρώ) και κατά 12,5% σε σχέση με το 2019 (18,2 δισ. ευρώ), το οποίο αποτελούσε μέχρι πρότινος έτος ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό. Παράλληλα, οι τουριστικές αφίξεις ανήλθαν σε 32,7 εκατ. επισκέπτες, καταγράφοντας ετήσια αύξηση κατά 17,6% σε σύγκριση με τους 27,8 εκατ. τουρίστες που επισκέφτηκαν τη χώρα το 2022 και κατά 4,4% σε σύγκριση με τους 31,3 εκατ. τουρίστες του 2019.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τουριστικές εισπράξεις κάλυψαν κατά 63% το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών, έναντι 45% το 2022, το οποίο ήταν συνδυαστικό αποτέλεσμα των αυξημένων ταξιδιωτικών εισπράξεων και της μείωσης του εμπορικού ελλείμματος κατά 18%.

Σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις του ξενοδοχειακού κλάδου, η έρευνα που πραγματοποίησε το ΙΤΕΠ για λογαριασμό του ΞΕΕ δείχνει πως ο τζίρος των ξενοδοχείων το 2023 αυξήθηκε κατά 23% σε σχέση με το 2022 και έφτασε τα 10,5 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή διαφοροποιείται αισθητά ανάμεσα στα ξενοδοχεία συνεχούς (+9,4%) και εποχικής (+27,4%) λειτουργίας.

Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 12,6% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και ξεπέρασε τις 208.000 θέσεις εργασίας.

Η αύξηση του τζίρου και της απασχόλησης συνδέεται και με επενδύσεις των ξενοδόχων που για το 2023 ανήλθαν συνολικά σε 761 εκατ. και το 13% αυτών αφορούσε δράσεις βιωσιμότητας.

Τα προβλήματα των ξενοδοχείων, όπως καταγράφονται στην έρευνα, παραμένουν η εύρεση προσωπικού, το κόστος της ενέργειας και συνολικά το λειτουργικό κόστος, η μειωμένη πληρότητα εκτός των μηνών αιχμής και ο ανταγωνισμός από τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης.

Οι προοπτικές του ελληνικού τουρισμού για το 2024, όπως αναφέρει μελέτη της Alpha Bank, παρουσιάζονται ευοίωνες, παρά τις πιέσεις στην εξωτερική ζήτηση, εξαιτίας του υψηλού -αν και επιβραδυνόμενου- πληθωρισμού στα ευρωπαϊκά κράτη και τις γεωπολιτικές εντάσεις στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και, πρόσφατα, την Ερυθρά Θάλασσα. Οι προοπτικές αυτές αποτυπώνονται στις αισιόδοξες επιχειρηματικές προσδοκίες του κλάδου, στην ετήσια άνοδο των κρατήσεων αεροπορικών εισιτηρίων, αλλά και στις συμφωνίες που έχουν ήδη συνάψει οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Για τις επιδόσεις της ελληνικής φιλοξενίας το 2023, αλλά και τις προσδοκίες που γεννούν τα θετικά μηνύματα που υπάρχουν για το τρέχον έτος, μας μιλούν σημαντικοί εκπρόσωποι του ελληνικού τουρισμού.

Μύρων Φλουρής
Γενικός Γραμματέας Τουριστικής Πολιτικής και Ανάπτυξης
«Με τις δράσεις μας, επενδύουμε στην ποιότητα, στη βιωσιμότητα, στην αναβάθμιση των υποδομών και στο ανθρώπινο δυναμικό»

Οι στόχοι μας δεν είναι μόνο ποσοτικοί, αλλά και ποιοτικοί
Οι αφίξεις του 2023 έθεσαν τον πήχη ψηλά, τονίζει ο Μύρων Φλουρής, Γενικός Γραμματέας Τουριστικής Πολιτικής και Ανάπτυξης. «Το Υπουργείο Τουρισμού, με συντονισμένες ενέργειες, την υλοποίηση των δράσεων Εθνικού Σχέδιου Δράσης και διευρυμένες επαφές με tour operators, φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τις επιθυμίες των ταξιδιωτών, οι οποίοι, με βάση τα μηνύματα που λαμβάνουμε, θα επιλέξουν και φέτος τη χώρα μας για τις διακοπές τους» αναφέρει.

«Θέτοντας ως δεδομένο πως φέτος θα διανύσουμε μία ομαλή τουριστική περίοδο χωρίς αστάθμητους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την τουριστική κανονικότητα, οι «παραδοσιακές» χώρες όπως Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία αλλά και η Αμερική, καθώς και νέες αγορές που εντάσσονται σταδιακά, θα προτιμήσουν την Ελλάδα.

Οι στόχοι μας δεν είναι μόνο ποσοτικοί, αλλά και ποιοτικοί. Επιθυμούμε την επίτευξη ενός βιώσιμου μοντέλου με βασικούς πυλώνες το περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία. Η βασική παράμετρος κάθε ενέργειας που υλοποιούμε είναι η βιωσιμότητα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του εισερχόμενου τουριστικού ρεύματος» επισημαίνει.

Το 2023 ήταν χρονιά ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό
Πράγματι, το 2023 ήταν η νέα χρονιά ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό, με περίπου 20 δισ. έσοδα και 33 εκατομμύρια αφίξεις, τονίζει ο Δημήτρης Φραγκάκης, Γενικός Γραμματέας του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού. «Η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες χώρες που δεν πέτυχαν απλά την ανάκαμψη, αλλά την περαιτέρω ανάπτυξη του τουρισμού της μετά την πανδημία. Αυτές οι επιδόσεις βέβαια δεν προσφέρουν ευκαιρία για εφησυχασμό, αλλά δημιουργούν μία επιπλέον ευθύνη για να διατηρηθεί ψηλά η χώρα μας στον διεθνή ανταγωνισμό» αναφέρει. «Για τον λόγο αυτό, δουλεύουμε μεθοδικά με ορίζοντα τριετίας και εντείνουμε τις προσπάθειές μας, προκειμένου το 2024 να είναι μια εξίσου καλή χρονιά. Τα μηνύματα είναι καλά για φέτος, καθώς η ζήτηση για τη χώρα μας είναι σε υψηλά επίπεδα, οι κρατήσεις κινούνται πολύ θετικά, ενώ και οι διαθέσιμες θέσεις αεροπορικών εταιρειών και tour operators από τις παραδοσιακές μας αγορές είναι αυξημένες. Κατά συνέπεια, είμαι αισιόδοξος για την πορεία του τουρισμού μας» επισημαίνει.

Μαρία Γάτσου
Γενική Διευθύντρια, ΣΕΤΕ
«Η βιώσιμη ανάπτυξη και η περιβαλλοντική υπευθυνότητα αποτελούν, πλέον, την κεντρική κατεύθυνση για τη διαμόρφωση μιας τουριστικής στρατηγικής διεθνώς»

Θετικά τα μηνύματα για το 2024
Το 2023 ήταν πράγματι μια καλή χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό, κάτι που αντικατοπτρίζεται και στα αποτελέσματα του περασμένου έτους, όπου και καταγράφηκαν 32,7 εκατομμύρια αφίξεις, με έσοδα που ξεπέρασαν τα 20,4 δισεκατομμύρια ευρώ, μας λέει η Μαρία Γάτσου, Γενική Διευθύντρια του ΣΕΤΕ.

«Τα μηνύματα και για τη φετινή χρονιά φαίνονται θετικά. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Airdata Tracker του ΙΝΣΕΤΕ, ως προς τον προγραμματισμό των εισερχόμενων διεθνών πτήσεων, στο σύνολο της θερινής σεζόν οι προσφερόμενες θέσεις ανέρχονται σε 26,8 εκατομμύρια, έναντι 24,2 εκατομμυρίων το 2023, παρουσιάζοντας αύξηση 10,2%. Αξιοσημείωτη είναι και η απήχηση της Ελλάδας τόσο στις ευρωπαϊκές όσο και στις παγκόσμιες αγορές, με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση να καταγράφεται από την αγορά των ΗΠΑ, η οποία συγκαταλέγεται στις πλέον «δυνατές» για τον ελληνικό τουρισμό. Οι παραδοσιακές μας αγορές συντηρούν τη δυναμική τους, με το Ηνωμένο Βασίλειο να καταγράφει αύξηση 6,4%, την Γερμανία 10,9%, και τη Γαλλία 10,2%, σε σχέση με το 2023.

Η Ελλάδα έχει όλα τα εφόδια ώστε να διατηρήσει τη θέση της ανάμεσα στα δημοφιλέστερα παγκόσμια τουριστικά brands, κάτι που οφείλεται στις σωστές βάσεις που τέθηκαν όλα τα προηγούμενα χρόνια» αναφέρει.

Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις το 2023 παρουσίασαν αύξηση κατά 15,7%
Το 2023 αποτελεί το νέο έτος αναφοράς για τις επιδόσεις του τουρισμού, τονίζει ο Ηλίας Κικίλιας, Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ. «Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, την περσινή χρονιά, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις παρουσίασαν αύξηση κατά 15,7% σε σύγκριση με το 2022 και διαμορφώθηκαν στα 20,4 δισ. ευρώ. Η δε εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε κατά 17,6% και διαμορφώθηκε στα περίπου 33 εκατ. ταξιδιώτες, έναντι 27,8 εκατ. το 2022.

Τα μηνύματα και οι πρώτες ενδείξεις για το 2024 έχουν θετικό πρόσημο. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, οι προγραμματισμένες αεροπορικές θέσεις της θερινής σεζόν σε εισερχόμενες διεθνείς πτήσεις είναι 26,8 εκατ. (έναντι 24,2 εκατ. το 2023) παρουσιάζοντας αύξηση +10,1%» προσθέτει.

Σε ποιους τομείς πρέπει να βελτιωθεί ο ελληνικός τουρισμός ώστε να καταγράψει ακόμη καλύτερες επιδόσεις;

Στόχος η βελτίωση του ελληνικού τουριστικού μοντέλου
Θέλουμε να βελτιώσουμε το ελληνικό τουριστικό μοντέλο, μας λέει ο Μύρων Φλουρής. «Για να μπορέσουμε να επιτύχουμε τη βιωσιμότητά του, η επιδίωξή μας είναι η χρονική και χωρική επιμήκυνση του τουρισμού, μέσω της ανάδειξης των χαρακτηριστικών των εναλλακτικών προορισμών, με στόχο τη διάχυση των επισκεπτών σε όλη την επικράτεια, καθώς και την προβολή βιώσιμων πρακτικών, εμπειριών και δραστηριοτήτων.

Σε αυτό προσβλέπει, άλλωστε, και η σύσταση του Περιφερειακού Συμβουλίου Τουρισμού με αρμοδιότητα τον συντονισμό των Περιφερειών για τον σχεδιασμό μιας ισόρροπης τουριστικής ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο» αναφέρει.

«Με τις δράσεις μας, επενδύουμε στην ποιότητα, στη βιωσιμότητα, στην αναβάθμιση των υποδομών και στο ανθρώπινο δυναμικό. Εργαζόμαστε ώστε οι πολιτικές μας να στηρίζονται σε δεδομένα και για τον λόγο αυτό δρομολογήσαμε τη σύσταση του Παρατηρητηρίου για τον Παράκτιο και Θαλάσσιο Τουρισμό στη Μεσόγειο και του Παρατηρητηρίου για τη Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη, με αντικείμενο τη μέτρηση και παρακολούθηση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων του τουρισμού.

Μέσω δράσεων χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, προωθούνται έργα για την ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού και την αναβάθμιση υποδομών προσβασιμότητας, με γνώμονα και την προστασία του περιβάλλοντος.

Αυτή η προσπάθεια πιστεύουμε πως αξιολογείται θετικά και από τους ίδιους τους επισκέπτες, που επιλέγουν τη χώρα μας για τις διακοπές τους» επισημαίνει.

Δημήτρης Φραγκάκης
Γενικός Γραμματέας, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού «Βασική μας επιδίωξη είναι η προβολή ενός τουριστικού μοντέλου βασισμένου στην ποιότητα, με έμφαση στην αειφορία, στη βιωσιμότητα και στον σεβασμό του περιβάλλοντος»

Μεγάλη πρόκληση η προσαρμογή στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής
Στον ΕOT, βασική μας επιδίωξη είναι η προβολή ενός τουριστικού μοντέλου, βασισμένου στην ποιότητα, με έμφαση στην αειφορία, στη βιωσιμότητα και στον σεβασμό του περιβάλλοντος, που θα προσφέρει οφέλη και στις τουριστικές επιχειρήσεις και στις τοπικές κοινωνίες και στον επισκέπτη, τονίζει ο Δημήτρης Φραγκάκης. «Εάν θα μπορούσα να επιλέξω τις δύο μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων ετών, θα έλεγα ότι το πρώτο στοίχημα είναι η προσαρμογή στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και το δεύτερο στοίχημα είναι η επέκταση του τουριστικού προϊόντος σε όλη τη χώρα, χωρικά και χρονικά. Σε αυτούς τους τομείς οφείλουμε να ρίξουμε το βάρος μας και, συνεχίζοντας την πολύ καλή συνεργασία που έχουμε με όλους τους εμπλεκόμενους στον κλάδο και με πολλή δουλειά, θα καταφέρουμε να πρωτοπορήσουμε και σε αυτό το πεδίο» επισημαίνει.

Η επόμενη μέρα προϋποθέτει στοχευμένη στρατηγική
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον τουρισμό είναι πολλοί και πολυσύνθετοι, όπως -ενδεικτικά- ο ανταγωνισμός χωρών με χαμηλότερα κόστη και ασθενέστερα νομίσματα, οι νέες τάσεις στην καταναλωτική συμπεριφορά, οι πληθωριστικές πιέσεις, το κόστος γραφειοκρατίας, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, η αύξηση του κόστους ενέργειας και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, αναφέρει η Μαρία Γάτσου.

«Πρόκειται για προκλήσεις που ξεκινούν από την ανάγκη του διαρκούς εκσυγχρονισμού του τουριστικού μας προϊόντος, και καταλήγουν σε μείζονα ζητήματα, όπως οι μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, η κλιματική κρίση, και -φυσικά- η ανάγκη για την πράσινη μετάβαση και τον σχεδιασμό ενός νέου παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Επιπρόσθετα, η βιώσιμη ανάπτυξη και η περιβαλλοντική υπευθυνότητα αποτελούν, πλέον, την κεντρική κατεύθυνση για τη διαμόρφωση μιας τουριστικής στρατηγικής διεθνώς.

Η επόμενη μέρα προϋποθέτει στοχευμένη στρατηγική, την οποία στον ΣΕΤΕ -έμπρακτα και με συγκεκριμένες προτάσεις- έχουμε οριοθετήσει σε 5 κεντρικούς πυλώνες, που συνδέονται άμεσα με το «Στρατηγικό Σχέδιο Ελληνικός Τουρισμός 2030».

Επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα, υποδομές, διαχείριση προορισμών, αγορά εργασίας και -κυρίως- η βιωσιμότητα αποτελούν τους κεντρικούς άξονες των δράσεων του ΣΕΤΕ την επόμενη περίοδο, σε συντονισμένη συνεργασία με την κυβέρνηση, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες του τουρισμού.»

Ηλίας Κικίλιας
Γενικός Διευθυντής, ΙΝΣΕΤΕ
«Ο τουρισμός θα πρέπει να αναπτύσσεται με τρόπο που προστατεύει το περιβάλλον, σέβεται την ταυτότητα των προορισμών και προάγει την κοινωνική ευημερία»

Ο τουρισμός θα πρέπει να αναπτύσσεται με τρόπο που προστατεύει το περιβάλλον
Ο ΣΕΤΕ έχει θέσει ήδη το πλαίσιο των προτεραιοτήτων του τομέα, δίνοντας έμφαση σε 5 πυλώνες: υποδομές, επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα, διαχείριση προορισμών, αγορά εργασίας και βιωσιμότητα-κλιματική αλλαγή, τονίζει ο Ηλίας Κικίλιας.

«Αναφορικά με τις υποδομές, το ΙΝΣΕΤΕ έχει καταγράψει 2.000 προτάσεις για επενδύσεις, καθώς οι υφιστάμενες δεν επαρκούν για τη μεσομακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Επιπλέον, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω ενός στιβαρού επενδυτικού περιβάλλοντος και η επίλυση ζητημάτων χωροταξικού σχεδιασμού κρίνονται απαραίτητες» αναφέρει. «Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αποτελεσματική διακυβέρνηση των προορισμών μέσα από τους Οργανισμούς Διαχείρισης και Προώθησης (DMMOs), λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του ιδιωτικού τομέα. Η διαχείριση τουριστικών ροών, οι συγκοινωνίες, η ανάδειξη υφιστάμενων και νέων προϊόντων αποτελούν άλλωστε καίρια ζητήματα. Η αγορά εργασίας με την έλλειψη εργαζομένων στον τομέα, ένα παγκόσμιο φαινόμενο, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με καινοτόμες λύσεις και προσαρμογή της επαγγελματικής εκπαίδευσης στις σύγχρονες τάσεις. Ο ανθρώπινος παράγοντας αποτελεί άλλωστε, το ισχυρότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουρισμού.

Τέλος, ο τουρισμός θα πρέπει να αναπτύσσεται με τρόπο που προστατεύει το περιβάλλον, σέβεται την ταυτότητα των προορισμών και προάγει την κοινωνική ευημερία» προσθέτει.